το θαύμα της αναπνοής

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2008 17:11

Το «Μεγάλο Δέντρο». Αυτή ήταν η ονομασία του αγαπημένου τόπου συνάντησής τους για πάρα πολλά χρόνια. Μια τεράστια καρυδιά καταμεσής ενός πλατώματος, που γέμιζε από άνθη χαμομηλιού κάθε άνοιξη, σε ένα μικρό οροπέδιο κάπου στα βουνά. Τα χρώματα, οι ήχοι και η συγκίνηση πλημμύριζαν την στιγμή της τελευταίας τους συνάντησης. Ήταν η στιγμή για τον έναν απ’ τους δυό τους που θα έπρεπε να δώσει την στερνή του μάχη, να χορέψει τον τελευταίο του χορό. Η παρουσία και των δυό τους δημιουργούσε έναν θόλο εκκωφαντικής σιωπής. Σαν τα πουλιά και τα τζιτζίκια να ακούγονταν από μεγάλη απόσταση, έξω από την σφαίρα της γαλήνιας ησυχίας που χαρακτήριζε την υπομονετική και γλυκιά αποδοχή της κατάληξης κάθε πλάσματος που έρχεται στην ζωή.

- «Η απάντηση κάθε φορά βρίσκεται μέσα στην ανάσα». Με αυτήν την φράση αποφάσισε να σπάσει την σιωπή. Τα λόγια αυτά που θα ακουγόντουσαν ήταν απαραίτητα για το κλείσιμο του κύκλου.

- «Κάθε φορά που αμφιβάλλεις να στρέφεις την επίγνωσή σου εκεί»

- «Τι εννοείς;» τον ρώτησε.

- «Μέσα σε κάθε ανάσα βρίσκεις την ιστορία της γέννησης, της εξέλιξης, του προορισμού και της λειτουργίας του ανθρώπινου είδους. Μέσα της θα ανακαλύψεις την δική σου ιστορία και αυτό που σε δένει με κάθε ζωντανό πλάσμα.»

- «Πες μου σε παρακαλώ.»

- «Κοιτάζοντας την αναπνοή γυρίζεις πίσω και θυμάσαι.         

Ίσως να είναι η αίσθηση της αυτοσυντήρησης που ωθεί για το ξεκίνημα. Ίσως γιατί ο θάνατος καραδοκεί αν δεν αποφασιστεί ο αποχωρισμός από την οικεία και ζεστή αίσθηση της υγρής ασφάλειας. Να’σου λοιπόν στο δρόμο μέσα από αυτήν την ασφυκτική σήραγγα να σπρώχνεις και να μάχεσαι. Φωνές, ήχοι, αγγίγματα, ένα λαμπερό φώς να τυφλώνει και μια αίσθηση δυνατού ξαφνιάσματος ανάμεσα στις ωμοπλάτες και το θαύμα ξεκινά με ένα γοερό κλάμα. Εισπνοή....εκπνοή.

Η διαδοχή αυτή πρόκειται να σε συντροφέψει αναλλοίωτη μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής σου, οπότε και θα παύσει οριστικά. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που σε όλες σχεδόν τις θρησκευτικές παραδόσεις υπάρχουν αναφορές για την θεία προέλευση της αναπνοής. Στις περισσότερες μάλιστα η αναπνοή είναι το δώρο του Θεού στον άνθρωπο.

Τι παράξενο όμως! Έχεις ένα θείο δώρο και σπάνια στρέφεις την προσοχή σου να το θαυμάσεις και να απολαύσεις τα πλεονεκτήματα που σου προσφέρει. Ίσως γιατί σε συντροφεύει από την πρώτη στιγμή της ζωής σου. Έχουμε την τάση να θεωρούμε δεδομένα τα πράγματα που μας παραστέκονται με τόση δύναμη και πολλές φορές μάλιστα τα απαξιώνουμε.

Σε αυτές λοιπόν τις πρώτες στιγμές της ζωής σου, θυμίσου, έχεις μόνο τις αισθήσεις σου καθάριες, αμόλυντες μα και συνάμα ημιτελείς και τι σου απομένει; Η αναπνοή σου. Η μοναδική ολοκληρωμένη πρώτη επαφή με τον εαυτό σου. Εισπνοή... εκπνοή, διαστολή... συστολή. Αισθάνεσαι σαν μεγάλη μπάλα που φουσκώνει και ξεφουσκώνει. Ακόμη δεν γνωρίζεις τα όρια του σώματός σου, πόσο μάλλον της ύπαρξής σου. Δεν υπάρχει ακόμα ο διαχωρισμός ανάμεσα στο «εγώ» και ο «άλλος», δεν έχεις φτιάξει ακόμα το τείχος του δυαδισμού που τόσο πολύ παλεύεις τώρα να αποδομήσεις. Το μόνο που βιώνεις είναι η πρώτη ξεκάθαρη και ανεξήγητη για σένα αίσθηση της σφαίρας που διαστέλλεται και συστέλλεται καθώς ανασαίνεις. Αυτή η αίσθηση σου είναι γνώριμη και σε καθυσηχάζει τις πρώτες αυτές στιγμές γιατί αυτή σε έδενε και με την πληρότητα που μοιραζόσουν μέσα στην κοιλιά της μάνας. Μπορούσες να αισθανθείς την ανάσα της και συνάμα να την αναπνεύσεις. Μπορούσες να την ακούσεις να περνά μέσα στο κορμί της γνωρίζοντας πως αυτή είναι η βάση της ζωής της και της δικής σου μαζί. Γι’ αυτό σε καταλαγιάζει, γιατί μέσα από την ανάσα σας μπορούσες να συνδεθείς και να νοιώσεις πέρα,ανάμεσα, την αρχή. Αναπαράγεις την αίσθηση αυτή μόνος σου πια ελπίζοντας-εξαπατώντας ίσως τον εαυτό σου για πρώτη φορά;-πως θα τα καταφέρεις να ξαναενωθείς με την τρυφερότητα, την γαλήνη και την ζεστασιά της αρχής.

Τότε δέχεσαι το πρώτο σου άγγιγμα, ή ακόμα καλύτερα το πρώτο χάδι και το βιώνεις άμμεσα με όλη σου την πρωτογενή και ολοκάθαρη αντίληψη. Σε αγγίζουν και αισθάνεσαι το σώμα σου, τα όριά του και τις άπειρες για την συνείδησή σου δυνατότητες που ανοίγονται από τα ερεθίσματα και τα αισθητηριακά σου δεδομένα. Για λίγο χάνεσαι μακριά από την ανάσα σου και ταξιδεύεις εστιάζοντας στα πρώτα σου αισθήματα. Μπαίνεις για λίγο μέσα στο πετσί (του ρόλου) σου και η σφαίρα που μεγαλώνει και μικραίνει χάνεται μαζί με την απεραντωσύνη της. Η πρώτη σου μεγάλη θυσία που καθορίζεται από την μοίρα του είδους σου, του ανθρώπου. Δεν την διαλέγεις ενσυνείδητα, υποχρεώνεσαι σε αυτήν  γιατί είσαι άνθρωπος. Θυσιάζεις την χωρίς όρια αίσθηση της σφαίρας που σε ενώνει με την αρχή για την ανακάλυψη της συνείδησης που γεννιέται και ανθίζει σιγά σιγά μέσα από τις αισθήσεις σου. Μια ανακάλυψη που πορεύεται βήμα-βήμα, με ενθουσιασμό μα και με πόνο.

Περνάς αυτή την πόρτα αρκετές φορές, θυμίσου και μαγεύεσαι άλλες τόσες μέχρι να πεις «εγώ είμαι». Πορεύεσαι πάνω σε αυτό το μονοπάτι αρκετό καιρό, οργανώνεις την ατομικότητά σου με υπομονή και ζήλο. Δεν το καταλαβαίνεις μα καταθέτεις ενέργεια για να ξεχάσεις την απεραντωσύνη, την χαοτική και πέρα από τις δυνάμεις εκλογίκευσής σου διασύνδεση του κόσμου και των φαινομένων του. Το τίμημα που πληρώνεις όμως είναι η απώλεια της μαγικής, της ιερής πλευράς της ζωής που την θυμάσαι τυχαία στην μετέπειτα πορεία σου, στις στιγμές αυτές που σου δίνονται από την «Χάρη» μόνο και μόνο για να σου υπενθυμίζουν το ξεκίνημα, την αρχή, το σημείο απ’ όπου ξεκίνησες. Το σημείο στο οποίο καταλήγω εγώ, τώρα, εδώ, κάτω από αυτήν την καρυδιά με το φώς του απομεσήμερου να ξεγυμνώνει κάθε λεπτομέρεια και να αισθάνομαι στο τέλος αυτό, την αρχή που βρίσκεται πιο πέρα από πέρα.»

- «Δεν μπορώ να θυμηθώ καθαρά, μα τα λόγια σου μιλούν κατευθείαν στην καρδιά μου. Καθώς μιλάς αναπνέω και στην ανάσα μου νοιώθω με κάποιο τρόπο, που δεν μπορώ να εξηγήσω, την αλήθεια των λόγων σου. Πές μου όμως πως φτάνουμε εδώ, πως συνδέονται όλα αυτά με την πρακτική που μοιράστηκες αυτά τα χρόνια μαζί μου;»

Ανασηκώθηκε και έκανε μερικά βήματα κοιτάζοντας το φώς που περνούσε μέσα από τις φυλλωσιές και έκανε την καρυδιά να φαίνεται σαν γλυπτό από ασήμι και χρυσάφι. Πήρε μια βαθιά αναπνοή που φούσκωσε σαν μπαλόνι το υπογάστριό του και στήλωσε τα πόδια του γερά στο έδαφος. Άφησε το βάρος του να ξεκουράζεται απαλά πάνω στην γή και για μερικές στιγμές φάνηκε σαν να μιλά μαζί της. ‘Υστερα γύρισε προς το μέρος του, χαμογέλασε γλυκά με μια λάμψη στα μάτια και συνέχισε.

- «Η πρακτική μας έχει μια ιστορία χιλιάδων χρόνων και έρχεται από πολύ μακριά, αν και πιστεύω πως αντίστοιχες πρακτικές θα βρείς σε όλες τις μεριές του πλανήτη. Αισθάνομαι πως οι άνθρωποι των παλιών χρόνων τις επινόησαν καθώς έβλεπαν ακριβώς αυτή την μεταστροφή της συνείδησης που σου ανέφερρα μόλις προηγουμένως. Μας τις άφησαν σαν ένα χάρτη που μας βοηθά ακόμη και σήμερα να ξαναβρίσκουμε τον δρόμο πίσω προς την πραγματική ευαισθησία που μπορεί να αναπτύξει το είδος μας. Είναι θα λέγαμε κάτι σαν τον Μύτο της Αριάδνης.

Θυμίσου και νιώσε ξανά την δική σου πορεία. Σ’ αυτήν καθρεφτίζεται η  πορεία όλων όσων βάδισαν, βαδίζουν ή θα βαδίσουν το ίδιο μονοπάτι. Καθώς διαβαίνεις τον δρόμο  είναι σαν να πατάς αντίστροφα στα ίδια χνάρια που σε οδήγησαν στο σταυροδρόμι της επιλογής του. Θυμίσου τη μέρα που από περιέργεια για κάτι που  σου φαινόταν ενδιαφέρον κάτι μίλησε μέσα σου και αποφάσισες να δοκιμάσεις να μάθεις την πρακτική.

Στεκόσουν αμήχανα, με μια αίσθηση ακαθόριστης προσδοκίας και μπήκες στην διαδικασία να αντιγράψεις τις κινήσεις που κάποιος άλλος εκτελούσε εκεί μπροστά σου. Όσο προσπαθούσες τόσο περισσότερο αναγνώριζες την ένταση που είχες συσσωρεύσει στο σύστημά σου και την πραγματική απόσταση που σε χώριζε από το σώμα σου. Δυσκολεύτηκες στην αρχή όπως και όλοι όσοι πριν από σένα βρέθηκαν στην ίδια θέση. Αυτό συμβαίνει γιατί οι κινήσεις της πρακτικής μας δεν μπορούν να κατανοηθούν από τον νου της ατομικότητας που διαχωρίζει στο «εγώ» και το «άλλο» αλλά μπορούν να γίνουν αντιληπτές από την συνείδηση που αισθάνεται άμεσα  χωρίς επεξεργασία αυτό που συμβαίνει στο παρόν.

Θυμίσου τις πρώτες οδηγίες που σου δόθηκαν. Κινήσου αργά, υπομονετικά, με συνεχόμενη απαλή ροή, δώσε προσοχή  στο σώμα που κινείται και αλλάζει θέση κάθε στιγμή και το κυριότερο ανέπνεε βαθιά και ήρεμα σε όλη την διάρκεια της κίνησης. Οι οδηγίες λοιπόν εξ’ αρχής σε ωθούν να γυρίσεις πίσω και να συνδεθείς με την εμπειρία του σώματος σου όπως τότε στις πρώτες στιγμές της ζωής σου. Δεν έχεις το χρόνο να συλλάβεις με το νου γιατί το σώμα κινείται και αλλάζει θέση συνεχώς κάθε στιγμή. Χωρίς να το γνωρίζεις γυρίζεις πίσω στην καθαρότητα της αντίληψης που είχες σε κείνες τις πρώτες στιγμές που μαγεύτηκες και ξεκίνησες να χάνεις την επαφή με την Αρχή. Να γιατί το ξεκίνημα στην πρακτική μας είναι τόσο δύσκολο. Οφείλουμε πρώτα να καθαρίσουμε από όλα αυτά που θολώνουν αυτή την πρωταρχική αντίληψη, να γυρίσουμε όλα τα βήματα προς τα πίσω ακονίζοντας την επίγνωση μας. Το καταπληκτικό εδώ είναι πως νομίζουμε ότι αλλάζουμε και προχωράμε μπροστά ενώ στην ουσία αποδομούμε, σαμποτάρουμε κατά κάποιο τρόπο την προηγούμενη πορεία μας, λύνουμε τα μάγια που οι ίδιοι κάναμε στον εαυτό μας.

Δεν είναι μια εύκολη πορεία αυτή, είναι πολλές φορές οδυνηρό να ακυρώνεις επιλογές χρόνων και να αποκαλύπτεις συνεχώς αυτά που με τόσο κόπο σκέπασες. Πολλοί είναι αυτοί που παρατούν την πρακτική σε αυτό το στάδιο. Να γιατί λέμε ότι όσοι καταφέρουν να μείνουν σ’ αυτήν αποκατούν το πνεύμα, την καρδιά, την γενναία καρδιά ενός πολεμιστή. Αυτοί  δίνουν την πιο δύσκολη μάχη, την μάχη με τον εαυτό τους ή καλύτερα με την σκιά τους που μπορεί να διαρκέσει και μια ολόκληρη ζωή.»

Περπάτησε για λίγο σιωπηρός, σκεφτόμενος ίσως τα επόμενα λόγια του, στράφηκε και παρακολούθησε για λίγο την πορεία του ήλιου προς τη δύση που συνέβαινε για εκείνον, τουλάχιστον έτσι έδειχνε, αργά, ελαφρά, με νοσταλγία. Απέπνεε την αίσθηση ενός μετανάστη που κοιτά προς την κατεύθυνση της πατρίδας του και όσο κοίταζε τόσο πιο διάφανος γινόταν λες και όλη η ένταση από το φως εκείνης της ώρας τον διαπερνούσε και τον ταξίδευε στην μητρική του γη.

- «Ήρθε λοιπόν και η στιγμή που έμαθες την κίνηση, την εκτέλεσες τόσες φορές που σου έγινε δεύτερη φύση, κατέκτησες τις θέσεις, τις τελειοποίησες και στην πορεία αυτή δίδαξες στον εαυτό σου πως να αισθάνεται άμεσα, ξεκάθαρα, κοφτερά, με οξύτητα, εδραιώνοντας την παρουσία σου στο παρόν με την απλότητα και την περιέργεια ενός βρέφους. Σ’ αυτό το σημείο άλλαξαν και οι οδηγίες όσον αφορά τον τρόπο εξάσκησης της κίνησης. Σου ζητήθηκε να αλλάξεις την εστίαση της προσοχής σου από το σώμα στην αναπνοή, να συνδυάσεις την ανάσα με την κίνηση και να βιώνεις τον συνδυασμό τους, να γίνεις κίνηση και ανάσα μαζί χωρίς σκέψη, μόνο αυτό. Στην αρχή και πάλι δυσκολεύτηκες, θυμίσου, να τα ταιριάξεις. Κάποιες φορές ασφυκτιούσες, ένοιωθες την ανάσα σου να μην φτάνει και μέσα στην ασφυκτική αυτή ατμόσφαιρα έμαθες να χαλαρώνεις, να ενδίδεις, να αφήνεσαι ακόμα περισσότερο, ώσπου κάποια στιγμή όλα να καταλαγιάζουν, να ημερεύουν, να επιστρέφουν στην σιωπή και η ανάσα σου να κυλά ελεύθερα και αβίαστα μαζί με το σώμα που μεταβάλλεται. Τότε η αναπνοή και η κίνηση έγιναν ένα και εσύ  έχασες τον εαυτό σου. Θυμίσου. Έγινες και πάλι ανάσα, μια σφαίρα που φουσκώνει και ξεφουσκώνει, κάτι απτό αλλά και άπιαστο συνάμα που απλώνεται και επιστρέφει, δεν μπορούσες πια να πεις εγώ, δικό μου, αυτό, το άλλο, βρέθηκες για λίγο πέρα από την δυαδική αντίληψη που διαχωρίζει. Γαλήνεψες, θυμίσου, ακίνητος μέσα στην κίνηση της σφαίρας, σαν μια λίμνη όπου τα πάντα καθρεφτίζονται πάνω στην επιφάνειά της μιαν αυγή χωρίς άνεμο ευλογημένη απ’ το Θεό.

Τότε ξαφνικά η σφαίρα χάθηκε και μαζί κάθε αίσθηση ορίου, ο κόσμος όλος μια αναπνοή, το χώμα που πατούσες, τα δέντρα γύρω σου, ο άνεμος και ο ήλιος, τα πάντα διαστέλλονταν και συστέλλονταν, άνοιγαν στο άπειρο και επέστρεφαν σ’ αυτό, χωρίς χρόνο, χωρίς τόπο, ένα κύμα στη Θάλασσα που Ζει. Για λίγο, για πάντα, ποιος ξέρει, βρέθηκες και πάλι στην Αρχή, έζησες μια ανάσα Του, μια ανάσα Σου, την Αναπνοή, την Πνοή, το Πνεύμα. Θυμίσου, μέσα σε λίγες στιγμές ο κόσμος άλλαξε, σταμάτησε την αέναη περιστροφή του και σου επέτρεψε να ρίξεις μια φευγαλέα ματιά στα σωθικά του.Θυμίσου αυτό που είδαν τα μάτια που είχαν πάψει να είναι δικά σου, το φώς και πως κατέκλυζε τα πάντα γύρω κάνοντάς τα να αστράφτουν σαν μαγικά λυχνάρια που μόλις καθαρίστηκαν από το χέρι του δημιουργού τους και έδειχναν πια αυτάρεσκα την πολύτιμη ύπαρξή τους. Θυμίσου πως ζούσες παντού, η παρουσία σου εκτείνονταν μαζί με την αναπνοή σου χωρίς όρια, ήσουν ένα πεινασμένο παιδί κάπου μακριά που έκλαιγες εκλιπαρώντας για την τροφή σου, ήσουν οι ιστορίες των ανθρώπων που ο άνεμος μετέφερε από μακριά, από άλλους τόπους, ιστορίες που συνέβαιναν εκείνη την στιγμή ή και αιώνες πίσω, αιώνες μπροστά, ήσουν το χώμα της Μάνας που παλλόταν κάτω από τα πόδια που πλέον δεν ήταν δικά σου, ήσουν τα δέντρα που έλαμπαν καθώς ανάσαιναν μαζί σου, ήσουν κάθε πλάσμα, το δημιούργημα και ο δημιουργός, η Ζωή. Ήσουν ΕΝΑ.»

Είχε κλείσει τα μάτια του και ανέπνεε αργά, βαθιά, ρυθμικά σαν υπνωτισμένος από την φωνή του φίλου του που την ένοιωθε τόσο κοντά σαν του ψυθίριζε πια στο αυτί, σαν να τον άκουγε μέσα του να του θυμίζει την πορεία, όταν αποφάσισε να γυρίσει και να συναντήσει το βλέμμα του. Μα όταν το έκανε η ματιά του δεν συνάντησε τίποτα άλλο από το Μεγάλο Δεντρό, την καρυδιά λουσμένη από το τελευταίο φως της μέρας να λυκνίζεται λαμπερή και να χορεύει με τον απαλό άνεμο του δειλινού. Εκείνος δεν ήταν πια εκεί. Μια τελευταία ηλιαχτίδα αγκάλιασε ένα δέντρο λίγο μακρύτερα προς το τέλειωμα του πλατώματος, στις αρχές του δάσους. Για μια στιγμή του φάνηκε πως το φως δίπλα στο δέντρο πύκνωσε σε μια χρυσή σφαίρα, ίσως και να ήταν η ιδέα του. Τότε ένας απαλός άνεμος έκανε τα φύλλα της καρυδιάς να χορέψουν και τον χάϊδεψε απαλά στα μαλλιά. Μια φωνή του ψυθίρισε:

- «Ακόμα και αν σου απομένει μια τελευταία αναπνοή, αυτή και μόνο φτάνει για να αποκαταστήσει τη ζωή.»

Χαμογέλασε και κατάλαβε. Γύρισε και κοίταξε τα πάντα γύρω του, αφέθηκε να ακούσει, να μυρίσει, να γευτεί, να νοιώσει, να ανασάνει. Βρισκόταν παντού όπου υπήρχε ζωή. Ήταν και θα παρέμεναν για πάντα ένα.

Πήρε το δρόμο του γυρισμού. Μέσα του και γύρω του δεν ένοιωθε καμμιά πίκρα. Μόνο νοσταλγία και Φως.